βουκέρως

βου-κέρως, ων, gen. ω,
A horned like an ox or cow,

ἄγαλμα Hdt.2.41

; β. παρθένος, of Io, A. Pr.588 (lyr.);

Ἴακχος S.Fr.959

.
II = foreg., Dsc.2.102.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βούκερως — βούκερως, ων ( ω) και βουκέραος, ον (Α) 1. αυτός που έχει κέρατα όμοια με του βοδιού 2. φρ. «βούκερως παρθένος» η Ιώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < βους + κέρως < γεν. κέρα (σ) ος της λ. κέρας] …   Dictionary of Greek

  • βούκερως — βούκερω̆ς , βούκερως adverbial βούκερω̆ς , βούκερως masc/fem nom pl βούκερω̆ς , βούκερως masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούκερων — βούκερω̆ν , βούκερως masc/fem/neut gen pl βούκερω̆ν , βούκερως masc/fem acc sg βούκερω̆ν , βούκερως neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούκερω — βούκερω̆ , βούκερως masc/fem/neut nom/voc/acc dual βούκερω̆ , βούκερως masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Bvcervs — BVCERVS, i, Gr. Βουκέρως, ein Beynamen des Bacchus von βοὺς ein Ochs und κέρας ein Horn, weil er entweder dergleichen kleine Hörner gehabt, oder auch ein Ochsenhorn als ein Trinkgeschirr geführet. Gyrald. Synt. VIII. col. 280 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • FOENUM Graecum — Gr. τῆλις, unde teilinum oleum, de quo vide Salmas. as Solin. p. 466. et infra suo loco: aliter et κεραΐτις et βούκερως a seminis curvatura, Lat. sillicula, vel Silicla describitur Plin. l. 18: c. 16. Et silicia scarificatione seritur, non… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • JO — filia Inachi fluvii, a Iove adamata, Epaphi ex illo mater, quam ob interventum Iunonis, ne agnosceretur, Iuppiter in iuvencam transformavit: Iuno tamen suspicata id quod res erat, vaccam eam a Iove sibi dono dari postulavit: quam cum accepisset,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

  • βριθύκερως — βριθύκερως, ων (Α) αυτός που έχει βαριά κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βριθύς + κερως < κέρας (πρβλ. αιγόκερως, βούκερως κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • κέρας — Οστεοειδής έκφυση στο κεφάλι διαφόρων θηλαστικών. Βλ. λ. κέρατα.(Γεωλ.) Κομμάτι του στερεού φλοιού του εδάφους, το οποίο απέμεινε ως προεξοχή όταν τα γύρω κομμάτια καταβυθίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα γεωλογικού κ. είναι ο Ακροκόρινθος. Αν μόνο μία… …   Dictionary of Greek

  • κεραίτις — κεραῑτις, αίτιδος, ἡ (Α) [κέρας] το φυτό βούκερως* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.